Η θόλωση του φακού του ματιού καλείται καταρράκτης. Στον καταρράκτη ο φακός χάνει τη διαφάνεια του και τη διαθλαστική του ικανότητα με αποτέλεσμα απώλεια της ευκρινούς όρασης. Ο ασθενής βλέπει καλύτερα σε αδύνατο παρά σε δυνατό φως: βλέπει θαμπά.
Συμπτώματα
Μείωση της οπτικής οξύτητας, θολή όραση, ο ασθενής βλέπει καλύτερα σε αδύνατο παρά σε δυνατό φως.
Αιτιολογία
Ανάλογα με την ηλικία εμφάνισης διαιρείται σε συγγενή και επίκτητο.
1) Στο συγγενή καταρράκτη παρατηρείται μερική ή καθολική θόλωση του φακού αμέσως μετά τη γέννηση ή τους πρώτους μήνες της ζωής και συνοδεύεται από οπτικές διαταραχές. Το 25% του συγγενούς καταρράκτη μεταδίδεται κληρονομικά. Περίπου 60% είναι αγνώστου αιτιολογίας και το 15% οφείλεται σε γνωστά αίτια, όπως:
- Ιογενείς λοιμώξεις (ερυθρά, έρπητας, παρωτίτιδα, ανεμευλογιά), όταν η προσβολή γίνει στο πρώτο τρίμηνο της κύησης.
- Μικροβιακές, παρασιτικές λοιμώξεις όπως σύφιλη - τοξοπλάσμωση.
- Φυσικοί - χημικοί παράγοντες: ακτινοβολία της μητέρας στη ελάσσονα πύελο στο πρώτο τρίμηνο της κύησης. Επίσης διάφορα φάρμακα, όπως κορτικοστεροειδή, χλωροπρομαζίνη και ιδιαίτερα σουλφοναμίδες κατά τη διάρκεια της κύησης.
- Μεταβολικά νοσήματα, όπως σακχαρώδης διαβήτης της μητέρας.
- Χρωμοσωμικές ανωμαλίες όπως σύνδρομο Down.
2) Στον επίκτητο καταρράκτη κατατάσσονται οι εξής:
- Γεροντικός καταρράκτης. Είναι η πιο συχνή μορφή επίκτητου και αποτελεί φυσιολογική εξέλιξη της γήρανσης του οργανισμού μετά τα 65 χρόνια.
- Νεανικός και προγεροντικός.
- Παθολογικοί καταρράκτες. Ορισμένες παθήσεις του ματιού δυνατόν να προκαλέσουν καταρράκτη. Οι πιο συνηθισμένες είναι η ραγοειδίτιδα και οι εκφυλιστικές παθήσεις (υψηλή μυωπία).
- Από γενικά - συστηματικά νοσήματα, όπως παθήσεις των μυών, δερματικές παθήσεις.
- Από φαρμακευτικές ουσίες. Η πιο συχνή είναι η κορτιζόνη (για να προκαλέσει καταρράκτη πρέπει να χρησιμοποιηθεί πάνω από ένα χρόνο) και τα μυωτικά κολλύρια.
- Από μεταβολικά νοσήματα, όπως σακχαρώδης διαβήτης.
- Τραυματικοί καταρράκτες.
- Από φυσικά αίτια: υψηλή θερμοκρασία, ακτίνες Χ.
Διάγνωση
Στην απλή επισκόπηση με φανό, η κόρη παίρνει φαιόλευκο χρώμα.
Στην οφθαλμοσκόπηση έχουμε βαθμούς απώλειας μέχρι πλήρη κατάργηση της ρόδινης ανταύγειας της κόρης. Στη βιομικροσκόπιση με τη σχισμοειδή λυχνία και υπερηχογραφία Α & Β ελέγχεται η ακριβής εντόπιση του καταρράκτη.
Θεραπεία
Η θεραπεία του καταρράκτη είναι χειρουργική. Οι εγχειρίσεις είναι:
1) Η εξωπεριφακική εξαίρεση, στην οποία γίνεται τομή πλήρους πάχους με ψαλίδι στον περιφερικό διαυγή κερατοειδή, αφαιρείται ο θολωμένος φακός, τοποθετείται ο ενδοφακός και η τομή συρράπτεται.
2) Η φακοθρυψία: εκτελείται τομή 1 - 1.5 mm, ο φακός θρυμματίζεται με συσκευή υπερήχων και συγχρόνως γίνεται αναρρόφηση των φακαίων μαζών και του πυρήνα. Η τομή διευρύνεται ελάχιστα και τοποθετείται αναδιπλούμενος φακός.
Τα πλεονεκτήματα της φακοθρυψίας σε σχέση με την εξωπεριφακική εξαίρεση είναι η ταχύτερη επούλωση του τραύματος, η αποφυγή παραμονής και νοσηλείας του ασθενούς, η νωρίτερη σταθεροποίηση του διαθλαστικού σφάλματος με λιγότερο αστιγματισμό και η τοπική αναισθησία με σταγόνες.
Πρόληψη - Συμβουλές
Στις εγκύους αφορά την αποφυγή λήψης φαρμάκων το πρώτο τρίμηνο της κύησης, όπως κορτικοστεροειδή, χλωροπρομαζίνη και ιδιαίτερα οι σουλφοναμίδες. Αποφυγή της ακτινοβολίας Χ στο ίδιο διάστημα. Τακτικός έλεγχος ανά εξάμηνο στους εργαζόμενους σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών και σε ακτινολογικά εργαστήρια.
Επιπλοκές
Οι επιπλοκές χωρίζονται σε προεγχειριτικές όπως: μείωση οπτικής οξύτητας, δευτεροπαθές οξύ γλαύκωμα και μετεγχειριτικές όπως: παροδική αύξηση της ενδοφθαλμίας πίεσης, βλάβες στον κερατοειδή, οξεία βακτηριδιακή ενδοφθαλμίτιδα, κυστεοειδές οίδημα ωχράς, θόλωση οπισθίου περιφακίου, κακή χειρουργική τεχνική.