Πρόκειται για φλεγμονή των πετάλων του περικαρδίου και διακρίνεται σε οξεία και χρόνια. Η οξεία περικαρδίτιδα μπορεί να είναι «ξηρή», δηλαδή χωρίς ή με ελάχιστη ποσότητα περικαρδιακού υγρού, ενώ η χρόνια συνδυάζεται με την ύπαρξη ποσότητας περικαρδιακού υγρού.

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα στην περικαρδίτιδα μπορεί να οφείλονται στη συστηματική νόσο που την προκαλεί, όπως είναι ο πυρετός, η αδυναμία, οι αρθραλγίες, ο βήχας, κ.ά., ή να είναι ειδικά για την περικαρδίτιδα. Στα τελευταία ανήκει ο πόνος που εντοπίζεται αρχικά στην περιοχή του στέρνου, στη συνέχεια επεκτείνεται σε ολόκληρο το προκάρδιο, επιδεινώνεται με τη βαθιά εισπνοή και μερικές φορές περιορίζεται με την ελαφρά κλίση του κορμού προς τα εμπρός. Όταν αναπτυχθεί περικαρδιακό υγρό, εάν η συλλογή του υγρού είναι βραδεία, μπορεί να μην προκαλεί έντονα συμπτώματα. Εάν όμως το περικαρδιακό υγρό αναπτυχθεί ταχέως, τότε μπορεί να εμφανιστεί καρδιακός επιπωματισμός που παρεμποδίζει τη διαστολή και πλήρωση των κοιλιών, αυξάνει την πίεση στους κόλπους και το φλεβικό σύστημα και οδηγεί σε πτώση της αρτηριακής πίεσης με αντισταθμιστική ταχυκαρδία. Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν εύκολη κόπωση, ζάλη και μερικές φορές συγκοπτικές κρίσεις. Σπανίως μπορεί να συμβεί και αιφνίδιος θάνατος.

Αιτιολογία

Αιτιολογικά η περικαρδίτιδα μπορεί να είναι ιδιοπαθής, φυματιώδης, ουραιμική, μετεγχειρητική, εμφραγματική, μετεμφραγματική, μυξοιδηματική, νεοπλασματική, λευχαιμική, μετατραυματική, ή μετακτινική. Μπορεί επίσης να οφείλεται σε λοιμώδη αίτια, όπως είναι οι κόκκοι, οι ιοί και οι μύκητες, σε φάρμακα, όπως είναι η υδραλαζίνη, η προκαϊναμίδη και τα αντιπηκτικά, σε νοσήματα του κολλαγόνου, όπως είναι ο ερυθηματώδης λύκος, ο ρευματικός πυρετός, το σκληρόδερμα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, κ.ά., ή ακόμα και σε διαχωριστικό ή συφιλιδικό ανεύρυσμα της αορτής.

Διάγνωση

Η κλινική εξέταση, η ακτινογραφία θώρακα, το ηλεκτροκαρδιογράφημα και το ηχοκαρδιογράφημα είναι οι κύριες διαγνωστικές εξετάσεις στην περίπτωση της περικαρδίτιδας. Ιδιαίτερα, το ηχοκαρδιογράφημα είναι η μέθοδος εκλογής για την αποκάλυψη της περικαρδιακής συλλογής υγρού, τη διαφορική διάγνωση από άλλες παθήσεις και την παρακολούθηση των μεταβολών στην ποσότητα του περικαρδιακού υγρού με τη χορήγηση της φαρμακευτικής αγωγής.

Θεραπεία

Η θεραπεία στην οξεία περικαρδίτιδα είναι συμπτωματική και αιτιολογική. Στην οξεία ιδιοπαθή περικαρδίτιδα συνιστάται ανάπαυση και χορηγούνται σαλικυλικά ή ινδομεθακίνη. Εάν δεν υπάρχει ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή, ή εάν η πάθηση υποτροπιάζει τότε χορηγείται κορτιζόνη. Στη φυματιώδη περικαρδίτιδα χορηγείται αντιφυματική αγωγή, η πυώδης περικαρδίτιδα παροχετεύεται και χορηγούνται μεγάλες δόσεις αντιβιοτικών, ενώ η ουραιμική περικαρδίτιδα αντιμετωπίζεται με αιμοκάθαρση. Εάν εμφανιστεί καρδιακός επιπωματισμός, τότε επιχειρείται χειρουργική παροχέτευση του υγρού με δημιουργία ενός είδους παράθυρου.

Επιπλοκές

Η εμφάνιση καρδιακού επιπωματισμού αποτελεί τη σοβαρότερη επιπλοκή της υγρής περικαρδίτιδας, συνοδεύεται από σοβαρές αιμοδυναμικές διαταραχές και επιβάλλει την άμεση χειρουργική παροχέτευση του περικαρδιακού υγρού.