Τι είναι η αρτηριακή υπέρταση
Αρτηριακή υπέρταση υπάρχει όταν η συστολική αρτηριακή πίεση είναι ίση ή μεγαλύτερη από 140 mmHg ή όταν η διαστολική αρτηριακή πίεση είναι ίση ή μεγαλύτερη από 90 mmHg. Η αρτηριακή υπέρταση είναι πολύ συχνή πάθηση, παρατηρείται σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 20% του πληθυσμού και αποτελεί πολύ σημαντικό προδιαθεσικό παράγοντα για καρδιαγγειακές παθήσεις, όπως είναι η στεφανιαία νόσος, η καρδιακή ανεπάρκεια και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια. Τόσο τα άτομα με μικτή υπέρταση όσο και εκείνα που έχουν μόνο
διαστολική ή μόνο συστολική υπέρταση έχουν τον ίδιο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Η πρόγνωση των ασθενών με αρτηριακή υπέρταση είναι ανάλογη με τα επίπεδα της αρτηριακής πίεσης.
Συμπτώματα
Ο ασθενής με αρτηριακή υπέρταση είναι συχνά ασυμπτωματικός, ενώ άλλοτε παραπονείται μόνο για κεφαλαλγία. Όταν εμφανιστούν επιπλοκές της υπέρτασης από διάφορα όργανα («όργανα - στόχοι») τότε εμφανίζονται τα ανάλογα συμπτώματα.
Αιτιολογία
Η αρτηριακή υπέρταση είναι σε ποσοστό 95% των περιπτώσεων αγνώστου αιτίας και ονομάζεται πρωτοπαθής ή ιδιοπαθής. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις οφείλεται σε κάποια αιτία και ονομάζεται δευτεροπαθής. Στην ιδιοπαθή υπέρταση σημασία έχει η κληρονομικότητα και περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως είναι η παχυσαρκία, η διατροφή, η χρήση αλκοόλ, το κάπνισμα, η σωματική άσκηση, το είδος του επαγγέλματος, κ.ά.
Δευτεροπαθή υπέρταση προκαλούν ορμονικές παθήσεις, όπως είναι το φαιοχρωμοκύτωμα, το σύνδρομο Cushing, ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός, ή ο υπερθυρεοειδισμός, η στένωση του ισθμού της αορτής, νεφραγγειακές παθήσεις όπως είναι η στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή των κλάδων της και νεφρικές παθήσεις όπως είναι η σπειραματονεφρίτιδα, η πυελονεφρίτιδα, το νεφρωσικό σύνδρομο, κ.ά.
Αμιγής συστολική υπέρταση μπορεί να παρατηρηθεί στην ανεπάρκεια της αορτής, στην έντονη φλεβοκομβική βραδυκαρδία, στον πλήρη κολποκοιλιακό αποκλεισμό και σε υπερκινητικές καταστάσεις του κυκλοφορικού, όπως στον υπερθυρεοειδισμό, στην αναιμία, στον πυρετό ή την περιφερική αρτηριοφλεβική επικοινωνία.
Διάγνωση
Η λήψη του ιστορικού, η κλινική εξέταση και ο εργαστηριακός έλεγχος συμβάλλουν ουσιαστικά στη διάγνωση της αρτηριακής υπέρτασης και στον καθορισμό της αιτιολογίας της στις περιπτώσεις της δευτεροπαθούς μορφής. Από τη λήψη του ιστορικού μπορεί να διαπιστωθεί οικογενειακό ιστορικό υπέρτασης που συνήθως παρατηρείται στα άτομα με ιδιοπαθή υπέρταση, ή έναρξη της υπέρτασης σε ηλικία μικρότερη από 20 ετών ή ιστορικό νεφρικών λοιμώξεων που ταιριάζει περισσότερο με δευτεροπαθή μορφή της πάθησης. Η κλινική εξέταση θέτει τη διάγνωση της πάθησης και βοηθά στον εντοπισμό της αιτίας σε δευτεροπαθείς μορφές, όπως είναι η στένωση του ισθμού της αορτής, η στένωση της νεφρικής αρτηρίας ή οι παθήσεις των νεφρών.
Ο εργαστηριακός έλεγχος, η ακτινογραφία θώρακα, η βυθοσκόπηση, το ηλεκτροκαρδιογράφημα και το υπερηχοκαρδιογράφημα βοηθούν στη διάγνωση της αιτίας της πάθησης και στην αξιολόγηση της πρόγνωσής της.
Όταν υπάρχει υποψία δευτεροπαθούς υπέρτασης μπορεί να απαιτηθούν ειδικές εξετάσεις, όπως αρτηριογραφία νεφρικών αρτηριών, προσδιορισμός της δραστηριότητας της ρενίνης στο πλάσμα, προσδιορισμός των κατεχολαμινών και των μεταβολιτών τους στα ούρα, προσδιορισμός της αλδοστερόνης στα ούρα, καθώς και σπινθηρογράφημα ή βιοψία νεφρών.
Θεραπεία
Η θεραπεία της αρτηριακής υπέρτασης βασίζεται σε υγιεινοδιαιτητικά και φαρμακευτικά μέτρα. Η επάνοδος της αρτηριακής πίεσης, τόσο της συστολικής όσο και της διαστολικής, στα φυσιολογικά επίπεδα αποτελεί το στόχο της θεραπείας. Η μείωση του σωματικού βάρους, η μείωση του προσλαμβανόμενου με το φαγητό αλατιού και η σωματική άσκηση αποτελούν μη φαρμακευτικά μέτρα που συμβάλλουν στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης. Επιπλέον, πρέπει να αποφεύγονται το κάπνισμα, η χρήση οινοπνευματωδών ποτών και η έντονη σωματική ή ψυχική καταπόνηση.
Η σύγχρονη φαρμακολογία παρέχει πολλές εναλλακτικές επιλογές αντιυπερτασικών φαρμάκων, όπως είναι τα διουρητικά, οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, οι αποκλειστές των ΑΤ1 υποδοχέων της αγγειοτενσίνης, οι αποκλειστές των β - αδρενεργικών υποδοχέων, οι ανταγωνιστές του ασβεστίου, τα συμπαθητικολυτικά φάρμακα, κ.ά.
Χειρουργική θεραπεία μπορεί να απαιτηθεί σε ένα 5 - 10% των περιπτώσεων που η υπέρταση είναι δευτεροπαθής και οφείλεται σε ειδικές παθήσεις που αντιμετωπίζονται χειρουργικά. Τέτοιες παθήσεις είναι η στένωση του ισθμού της αορτής, η αποφρακτική πάθηση της νεφρικής αρτηρίας, το φαιοχρωμοκύτωμα, το σύνδρομο Cushing, ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός, ο υπερθυρεοειδισμός, κ.ά. Χειρουργική αντιμετώπιση των παθήσεων αυτών συνεπάγεται βελτίωση ή και ίαση της αρτηριακής υπέρτασης.
Επιπλοκές
Οι κυριότερες επιπλοκές της αρτηριακής υπέρτασης είναι η καρδιακή ανεπάρκεια, η στηθάγχη, το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, το διαχωριστικό ανεύρυσμα της αορτής και η νεφρική ανεπάρκεια.