Τι είναι η Πάθηση
Στυτική δυσλειτουργία είναι η έλλειψη ικανότητας ενός άνδρα να πετύχει και να διατηρήσει στύση ικανή για σεξουαλική επαφή για χρονικό διάστημα άνω των 6 μηνών. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να είναι ήπιας, μέτριας ή σοβαρής βαρύτητας, καθώς επίσης μόνιμο ή παροδικό.
Συμπτώματα
Η στυτική δυσλειτουργία χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση διαταραχών
στύσης που αφορούν τόσο τη σκληρότητα του πέους όσο και την διάρκεια της στύσης. Συμπληρωματικά στην ίδια κατηγορία μπορεί να ενταχθούν και οι διαταραχές εκσπερμάτισης - κυρίως η πρόωρη εκσπερμάτιση - καθώς επίσης και οι διαταραχές επιθυμίας που συχνά συνυπάρχουν ή και προηγούνται των διαταραχών της στύσεως. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να είναι μόνιμα ή παροδικά, να εμφανίζονται δηλαδή συνεχώς ή με διαλείποντα τρόπο.
Η εμφάνιση των συμπτωμάτων δεν είναι ίδια για όλους τους ασθενείς. Πολλοί ασθενείς παραπονούνται για μη ικανοποιητική σκληρότητα αμέσως μετά την έναρξη της σεξουαλικής πράξης, μερικοί κατά την διάρκεια αυτής, ενώ τέλος μερικοί ασθενείς παραπονούνται για παντελή έλλειψη στύσεως ικανής για σεξουαλική πράξη. Πολλές φορές οι ασθενείς αναφέρουν και ελαττωμένη επιθυμία - libido - η οποία μπορεί να προηγείται, να συνυπάρχει ή και να έπεται της έναρξης των συμπτωμάτων. Ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων μπορεί να διακριθεί σε ήπια, μέτρια, ή σοβαρή στυτική δυσλειτουργία.
Στην ίδια κατηγορία μπορεί να συμπεριληφθούν και οι διαταραχές της εκσπερμάτισης με κύριο εκπρόσωπο την πρόωρη εκσπερμάτιση. Ως πρόωρη εκσπερμάτιση καλείται η κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο άνδρας εκσπερματώνει - τελειώνει - πολύ νωρίς, μερικές φορές πριν καν εισέλθει το πέος στον κόλπο.
Αιτιολογία
Είναι πια γνωστό ότι η στυτική δυσλειτουργία δεν είναι ένα νόσημα του «μυαλού». Η παλαιότερη θεώρηση «όλα είναι στο μυαλό σου» που οι παλαιότεροι ασθενείς συχνά λάμβαναν ως απάντηση από τους γιατρούς τους έχει πια εξαλειφθεί, κυρίως κατά την αναγνώριση των μηχανισμών που παίζουν ρόλο στο φαινόμενο της στύσης. Έτσι εδώ και μερικά χρόνια έχουν αναγνωρισθεί και ομαδοποιηθεί παράγοντες κινδύνου.
Ο μηχανισμός της στύσης είναι ένας σύνθετος αγγειονευρικός μηχανισμός που επηρεάζεται τόσο από τις ορμόνες όσο και από και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Τα διάφορα ερεθίσματα, οπτικά, γευστικά, οσφρητικά, απτικά της (δηλαδή της αφής) ακουστικά αλλά και ερεθίσματα από άλλες περιοχές του κεντρικού νευρικού συστήματος αποκωδικοποιούνται και ενώνονται σε συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου, τον ντοπαμινεργικό σχηματισμό. Από εκεί ξεκινά η εντολή προς το μηχανισμό της στύσης. Ο τελευταίος συνίσταται πρώτον στην αθρόα είσοδο αίματος στο πέος και στα σηραγγώδη σώματα του πέους και δεύτερον στη χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών των σηραγγωδών σωμάτων για όσο διάστημα διαρκεί η στύση. Οποιοσδήποτε παράγοντας λοιπόν μπορεί να επηρεάσει αυτήν την οδό, είτε είναι ορμονικός, είτε αγγειακός, είτε νευρικός, είτε ανατομική βλάβη των σχηματισμών, μπορεί να έχει επίδραση στη στυτική λειτουργία.
Το πιο συνηθισμένο πρόβλημα είναι η ανεπάρκεια του αγγειακού μηχανισμού, είτε πρόκειται για ανεπαρκή παροχή αίματος στο πέος, είτε για φλεβική διαφυγή (ταχύτερη έξοδος του αίματος από το πέος ενώ η στύση είναι σε εξέλιξη και που με τη σειρά της οφείλεται σε αδυναμία του μηχανισμού να διατηρηθεί σε χαλάρωση κατά την διάρκεια της στύσης).
Ορμονικές διαταραχές οργανικής αιτιολογίας (π.χ. οι διαταραχές του θυρεοειδούς) ή ιατρογενείς (συνέπεια κάποιας αγωγής, όπως π.χ. στον καρκίνο του προστάτη) μπορούν να προκαλέσουν στυτική δυσλειτουργία.
Πολύ συχνά τα χειρουργεία της πυέλου, τα χειρουργεία για καρκίνο προστάτη και για καρκίνο ουροδόχου κύστεως μπορούν να προκαλέσουν στυτική δυσλειτουργία και ακράτεια ούρων.
Η ακτινοβολία της πυέλου για καρκίνο κάποιας μορφής μπορεί επίσης να προκαλέσει παρόμοια προβλήματα.
Μετάδοση
Η στυτική δυσλειτουργία στον άνδρα δεν μεταδίδεται.
Κλινική και εργαστηριακή εικόνα
Η στυτική δυσλειτουργία στον άνδρα στηρίζεται όχι μόνο στην κλινική εικόνα για τη διάγνωση του προφανούς αλλά και στον εργαστηριακό έλεγχο για την διαφοροδιάγνωση μεταξύ οργανικής στυτικής δυσλειτουργίας και στυτικής δυσλειτουργίας με συναισθηματικό υπόβαθρο. Έτσι, εκτός από τη λεπτομερή κλινική εξέταση του ασθενούς, χρησιμοποιούνται ερωτηματολόγια που στόχο έχουν να διαπιστώσουν την έκταση και την βαρύτητα του προβλήματος (IIEF).
Όσον αφορά τον εργαστηριακό έλεγχο, αυτός περιλαμβάνει τον ορμονικό έλεγχο (τεστοστερόνη, προλακτίνη, FSH, LH), τον ακτινολογικό έλεγχο με υπερηχογράφημα των αγγείων του πέους (triplex πέους), τη διαπίστωση της ακεραιότητας του στυτικού μηχανισμού με RIGISCAN, τη χορήγηση αγγειοδραστικών φαρμάκων ενδοπεϊκά και τον έλεγχο των νυκτερινών στύσεων με τη χρήση του NPTR.
Σπανιότερα και εάν δεν τεθεί διάγνωση με τις μεθόδους αυτές, μπορεί να απαιτηθεί η χρήση και πιο πολύπλοκων μεθόδων όπως η σηραγγογραφία, η αγγειογραφία, κ.λπ.
Συντηρητική και χειρουργική θεραπεία
Η θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας στις μέρες μας έχει εξελιχθεί σημαντικά μετά την είσοδο των φαρμάκων από το στόμα μετά το 1998.
Η θεραπεία λοιπόν θα μπορούσε να διακριθεί σε τρία στάδια.
Την από του στόματος αγωγή με κύριο εκπρόσωπο την βαρδεναφίλη Viagra.
Τη θεραπεία με ενδοπεϊκές ενέσεις οι οποίες γίνονται κατευθείαν στα σηραγγώδη σώματα και μπορεί να είναι ιντερφερόνη, παπαβερίνη, φαιντολαμίνη ή και μείγμα αυτών.
Επί αποτυχίας αυτών μπορεί να εφαρμοστεί χειρουργική θεραπεία η οποία πια στις μέρες μας αποτελείται κυρίως από την τοποθέτηση πεϊκών προθέσεων.
Η αναμονή νέων φαρμάκων στο άμεσο μέλλον ή ακόμη και γονιδιακής θεραπείας στο πιο μακρινό μέλλον δημιουργούν την αισιοδοξία για πιο αποτελεσματική, πιο εύκολη και πιο γρήγορη λύση του προβλήματος, διατηρώντας πάντα τις χειρουργικές τεχνικές ως την πιο αποτελεσματική λύση για τα πιο δύσκολα περιστατικά και για εκείνα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην συντηρητική θεραπεία.
Προληπτικές συμβουλές
Όπως έχει ήδη αναφερθεί οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη στυτική λειτουργία είναι πολλοί και διαφορετικοί. Σε αυτήν την ενότητα αλλά και στην ενότητα των ομάδων υψηλού κινδύνου θα αναφερθούν όλα εκείνα τα μέτρα τα οποία μπορεί να λάβει ο άνδρας για να αποφύγει ή να καθυστερήσει την εμφάνιση του προβλήματος.
Γενικές οδηγίες που και τη στυτική λειτουργία αλλά και την γενική υγειά θα βελτιώσει είναι:
η διακοπή ή ο περιορισμός του καπνίσματος - βλάπτει έμμεσα και το αγγειακό σύστημα αλλά και την καρδιακή λειτουργία
η εφαρμογή συστηματικής άσκησης
η αποφυγή υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ
η αποφυγή κατανάλωσης ψυχοτρόπων ουσιών και νευροληπτικών φαρμάκων ή ο περιορισμός τους, αν αυτά είναι απαραίτητα στα πλαίσια αγωγής για ψυχιατρικά προβλήματα.
Οι ασθενείς που εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εμφάνιση του προβλήματος, όπως οι διαβητικοί, οι υπερτασικοί, οι ασθενείς που πάσχουν από νευρολογικές διαταραχές, οι καρδιοπαθείς θα πρέπει να ενημερώνουν το θεράποντα γιατρό τους ή/και να επισκέπτονται ειδικούς ιατρούς.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση το σημαντικότερο είναι ο ασθενής να μιλήσει για το πρόβλημά του όχι μόνο με τους ειδικούς γιατρούς αλλά και με το σύντροφο τους. Να κατανοήσει ότι δεν «είναι όλα στο μυαλό του» και ότι είναι πιθανόν να υπάρχουν και οργανικά αίτια. Να καταλάβει ότι δεν συμβαίνει μόνο σε εκείνον και ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση υπάρχουν ειδικοί να τον βοηθήσουν και να βρουν λύση στο πρόβλημα του η οποία σίγουρα υπάρχει.
Επιπλοκές
Οι επιπλοκές της στυτικής δυσλειτουργίας δεν είναι παθολογικής φύσεως. Δεν επηρεάζουν δηλαδή άμεσα την σωματική υγειά του ασθενούς. Επηρεάζουν όμως άμεσα την ψυχική του υγειά και κυρίως τις σχέσεις του με το άλλο φύλλο. Δεν είναι σπάνιο ασθενείς με παρατεινόμενη στυτική δυσλειτουργία να παρουσιάζουν όχι μόνο διαταραχές προσαρμοστικότητας με το άλλο φύλλο και δυσκολίες προσέγγισης νέων ερωτικών συντρόφων, αλλά και να εμφανίζουν νευρώσεις που πολλές φορές δεν είναι αμελητέες. Εξάλλου πολλά είναι εκείνα τα ζευγάρια τα οποία αναφέρουν προβλήματα στην σχέση τους ή και το γάμο τους εξαιτίας προβλημάτων στην ερωτική ζωή που έχουν τη βάση τους σε προβλήματα σχετικά με τη στυτική λειτουργία του άνδρα, οδηγούμενα μερικές φορές ακόμη και στο διαζύγιο.
Ομάδες υψηλού κινδύνου
Ως ομάδες υψηλού κινδύνου μπορούν να ορισθούν όλοι εκείνοι οι ασθενείς που έχουν αποδεδειγμένα μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν στυτική δυσλειτουργία σε σχέση με τον υπόλοιπο ανδρικό πληθυσμό, χωρίς να είναι απαραίτητο να εμφανίσουν όλοι το πρόβλημα.
Σε αυτή την κατηγορία λοιπόν συγκαταλέγονται:
Οι καπνιστές, ιδιαίτερα οι βαρείς καπνιστές
Οι ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη,
Οι ασθενείς που πάσχουν από υπέρταση ή από καρδιαγγειακά προβλήματα - στεφανιαία νόσο, ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, ιδιαίτερα όταν είναι χειρουργημένο.
Ασθενείς που έχουν χειρουργηθεί για καρκίνο του προστάτη και καρκίνο της ουροδόχου κύστεως - ριζική προστατεκτομή και ριζική κυστεκτομή - ή βρίσκονται σε θεραπεία για καρκίνο προστάτη με ολικό ανδρογονικό αποκλεισμό.
Ασθενείς με νευρολογικά προβλήματα π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας ή βρίσκονται υπό αγωγή με νευροληπτικά φάρμακα π.χ. αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά και ηρεμιστικά για ψυχιατρικά προβλήματα.
Θύματα τροχαίων ατυχημάτων με συμμετοχή της λεκάνης και της ουρήθρας.
Ασθενείς με οργανικά προβλήματα του πέους όπως π.χ. νόσος Peyronie.
Ασθενείς με ορμονικές διαταραχές π.χ. υποθυρεοειδισμό και υπερθυρεοειδισμό.
Παράγοντες που μπορεί να δημιουργήσουν προβλήματα στον στυτικό μηχανισμό του άνδρα είναι επίσης η έλλειψη άσκησης, η παχυσαρκία, η υπερλιπιδαιμία, η αυξημένοι χοληστερόλη και βέβαια τελευταίο αλλά όχι μικρότερης σημασίας το άγχος από όπου και αν προέρχεται - εργασιακό, οικονομικό, σχέσεων ή οτιδήποτε άλλο.
Έτσι οι άνδρες που αναγνωρίζουν κάποιον από αυτούς τους παράγοντες θα πρέπει ή να αναζητήσουν βοήθεια ή να προσπαθήσουν να τους καταπολεμήσουν.